Notice: Trying to get property of non-object in /var/www/dev.cyprus.terrabook.com/wp-content/themes/terrabook/functions.php on line 381

Notice: Trying to get property of non-object in /var/www/dev.cyprus.terrabook.com/wp-content/themes/terrabook/functions.php on line 421

Όμοδος

Το χωριό Όμοδος βρίσκεται περίπου 40 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από τη Λεμεσό στην ομώνυμη επαρχία της Κύπρου, κι απέχει περίπου 60 χιλιόμετρα από την Πάφο, 90 χιλιόμετρα από τη Λευκωσία, και πάνω από 100 χιλιόμετρα από τη Λάρνακα.

Σύμφωνα με την παράδοση, το περίφημο μοσχάτο της περιοχής, ήταν η αιτία ώστε ο σουλτάνος Σελήμ ο Β΄ να κατακτήσει το νησί για να πάρει στην κατοχή του αυτό το κρασί. Το ξακουστό κρασοχώρι που σχεδόν είναι κρυμμένο από τη βουνοκορφή του Αφάμη με τους περίπου 300 μόνιμους κατοίκους είναι χτισμένο κοντά στη δυτική όχθη του ποταμού Χα, και σε υψόμετρο 900 μέτρων, ενώ ένα μικρό μέρος του Ομόδους, διαπερνά και το δάσος της Πάφου.

Το Όμοδος υπήρχε ήδη από τα Προϊστορικά χρόνια, όπως αποκάλυψαν οι ανακαλύψεις αρχαίων αντικειμένων στην ευρύτερη περιοχή, ενώ επί Φραγκοκρατίας είχε παραχωρηθεί στον ευγενή Ιωάννη ντε Μπρι. Ιστορικά θεωρείται πιο πιθανή η δημιουργία του στα τέλη της βυζαντινής περιόδου, με την καταστροφή των κοντινών οικισμών Πάνω και Κάτω Κούπετρα, οπότε και δημιουργήθηκε νέος οικισμός γύρω από το γνωστό μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού Ομόδους.

Η ονομασία του χωριού συνδέεται με την επωνυμία παλιότερου φεουδάρχη της περιοχής, αλλά και την κυπριακή λέξη μόδος που σημαίνει «με την ησυχία σου», ή προσεκτικά. Αναλυτικότερα, ο μύθος θέλει τους κατοίκους (των Κουπέτρων) να βλέπουν κάθε βράδυ ένα φως στο απέναντι βουνό. Προκειμένου να δουν τι συμβαίνει, πήγαν εκεί και κατά τη διάρκεια της διαδρομής, λόγω του δύσβατου της περιοχής, αναγκάστηκαν να κόβουν πολλούς θάμνους. Έτσι άρχισε να λέει ο ένας στον άλλο τη φράση «με τον μόδο σου» μέχρι που τελικά ξεφορτώθηκαν  τα άγρια χόρτα κι ανακάλυψαν μια σπηλιά με ξύλινο σταυρό κι ένα αναμμένο καντήλι στο εσωτερικό της, που όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ήταν η ίδια η εκκλησία του Τίμιου Σταυρού. Μια άλλη εκδοχή πάλι, αναφέρει ότι το Όμοδος αποτελεί σταυροδρόμι για πολλά τριγύρω χωριά. Ενώ γλωσσολογικά, ο οικισμός φαίνεται να πήρε τ’ ονομά του από το επίρρημα ομού και την λέξη οδός.

Οι κάτοικοι του Ομόδους μετέτρεψαν το καταπράσινο χαλί από αμπελώνες γύρω τους σε εύγευστα κρασιά που παράγουν με μεγάλη απήχηση από τα πολύ παλιά χρόνια κιόλας, γεγονός το οποίο μαρτυρείται και από το μεσαιωνικό ληνό που εντοπίζεται σε μικρή απόσταση από την πλατεία του χωριού.

Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει το Όμοδος, είναι η πλατιά κεντρική πλατεία του με τα πολλά τουριστικά μαγαζιά, τους φούρνους με τα αρκατένα – παξιμάδια τους, που είναι ξακουστά απ’ άκρη σ’ άκρη στο νησί, και τα καφενεία να την αγκαλιάζουν. Ο Τίμιος Σταυρός Όμοδους από την άλλη, που λέγεται ότι ιδρύθηκε πριν από την άφιξη της Αγίας Ελένης στη Κύπρο (το 327 μ.Χ.), αλλά και το γεγονός ότι άφησε εκεί κομμάτι από το Άγιο Σχοινί και το Τίμιο Ξύλο, μαζί με το Μουσείο Βυζαντινών Εικόνων Ομόδους, το Εκκλησιαστικό Μουσείο Ομόδους, το Φωτογραφικό Μουσείο Ομόδους , το Μουσείο Δαντέλας Ομόδους, την Πινακοθήκη Ομόδους και στο Μουσείο Αγώνος Ομόδους με τις στολές των ηρώων, αποτελούν τα πολιτιστικά και ιστορικά στολίδια του χωριού, ενώ προκειμένου κανείς ν’ ολοκληρώσει την περιήγησή του στον οικισμό, μπορεί να κάνει μία ακόμη στάση και σ’ άλλες ιδιωτικές συλλογές ή και το Λαογραφικό Μουσείο Ομόδους  που μπορούν να βρεθούν ολόγυρα. Επιπλέον, εκεί ο ταξιδιώτης μπορεί να επισκεπτεί και το ξωκλήσι του Φιλίππου, αλλά ένα μυστικό κρησφύγετο με την καθοδήγηση των ντόπιων.

Το Όμοδος, είναι ένα ίσως από τα λιγοστά χωριά της Κύπρου που διατηρούν ανόθευτη την αλλοτινή ομορφιά τους και τα σημάδια του χρόνου είναι ακόμη αισθητά στα στενά δρομάκια του με τα πετρώχτιστα παραδοσιακά σπίτια και τις λουλουδιασμένες γλάστρες, καθώς η λαϊκή τέχνη διατηρείται αναλλοίωτη και με τις γυναίκες να κάθονται μέχρι και σήμερα έξω από τα σπίτια τους, δημιουργώντας με τα χέρια τους αυθεντικά κομψοτεχνήματα, γνωστά κι ως ομοδίτικες πιπίλες.

Στο Όμοδος εκτός από τις ποικίλες παραδοσιακές ταβέρνες (στις οποίες συρρέουν πλήθος ντόπιων κάθε Σαββατοκύριακο), λειτουργούν δύο σχολεία κι  αρκετές άλλες υπηρεσίες, όπως ταχυδρομίο, αγροτικό ιατρείο, αλλά και τοπικά οινοποιεία, αγροτουριστικά καταλύματα που γεμίζουν με κόσμο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου κι ένα περιφερειακό κέντρο λαϊκού πολιτισμού.