Notice: Trying to get property of non-object in /var/www/dev.cyprus.terrabook.com/wp-content/themes/terrabook/functions.php on line 278

Notice: Trying to get property of non-object in /var/www/dev.cyprus.terrabook.com/wp-content/themes/terrabook/functions.php on line 387

Notice: Trying to get property of non-object in /var/www/dev.cyprus.terrabook.com/wp-content/themes/terrabook/functions.php on line 427

Καλαθοπλεκτική

Η καλαθοπλεκτική είναι μια τέχνη που αποτελεί παράδοση χρόνων για την Κύπρο που όχι μόνο την έκανε ευρέως γνωστή, αλλά κατά το παρελθόν απέφερε και πολλά οικονομικά οφέλη στους κατοίκους που την άσκησαν.

Ένας κλάδος βιοτεχνίας που αναπτύχθηκε στα χωριά της επαρχίας Πάφου, της επαρχίας Λευκωσίας, της επαρχίας Λεμεσού και της επαρχίας Λάρνακας, η καλαθοπλεκτική σήμερα επιβιώνει κυρίως ως ανάμνηση μέσα από τοπικά μουσεία και γιορτές, όπως το Μουσείο Καλαθοπλεκτικής Ίνειας ή το φεστιβάλ καλαθοπλεκτικής Μεσόγης και πιο σπάνια, ως τέχνη που ασκούν οι γηραιότερες γυναίκες για την κατασκευή καλαθιών για τους τουρίστες.

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, πολλά από τα παραδοσιακά κέντρα παραγωγής στα χωριά της κατεχόμενης Μεσαορίας και Καρπασίας χάθηκαν, ενώ μέχρι το 1985 η χειροτεχνία αυτή άκμαζε στον Αστρομερίτη, τη Λακατάμια, το Ακρωτήρι Λεμεσού και τα Καμινάρια. Έκτοτε  η άνοδος της βιομηχανικής ανάπτυξης και η αντικατάσταση των υλικών οδήγησε στον «αφανισμό» της, με τη Μεσόγη, την Ίνεια, το Λιοπέτρι και τα Λειβάδια να είναι μερικές από τις κοινότητες που δραστηριοποιούνται ενεργά για την προστασία της.

Για την καλαθοπλεκτική ή αλλιώς και ψαθοπλεκτική, τα εργαλεία που απαιτούνται είναι ελάχιστα και η πρώτη ύλη που χρησιμοποιούνταν ήταν εύκολη και οικονομικά σχεδόν ανέξοδη, αφού βρισκόταν σε αφθονία στη φύση και ήταν τα καλάμια και τα «πλοάθκια», δηλαδή βέργες (παραφυάδες της αγριοτριμιθιάς, του σχίνου, της λυγαριάς και της μιρσινιάς). Το καλάμι είναι εύκολο στη χρήση του γιατί όταν φουσκώσει, μαλακώνει και μπλέκεται σχετικά εύκολα, ενώ η βέργα χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το καλάμι ή και μόνη της, για πιο στερεά και ανθεκτικά είδη καλαθιών. Άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα είναι οι «βρούλλοι», το «σαμάτζι», οι «βελονίες», το «φλούδι» και τα «σκλινίτζια» (είδη βούρλων που αναπτύσσονται σε υγρότοπους) και χρησίμευαν επίσης ως υφαντά ψαθιά που τοποθετούσαν κάτω από το στρώμα των κρεβατιών ή στο πάτωμα.

Ως δραστηριότητα, αναπτύχθηκε κυρίως σε περιοχές που διέθεταν λίγη και όχι αρκετά εύφορη γεωργική γη, ενώ η ύπαρξη καλαμιώνων στις όχθες των ποταμών, ήταν ένας σοβαρός και ανέξοδος παράγοντας που βοήθησε στην περαιτέρω ανάκαμψή της. Ήταν μια τέχνη που άκμασε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, αφού τα είδη που κατασκευάζονταν, ήταν χρησιμότατα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων και τις ασχολίες της εποχής.

Η εν λόγω χειροτεχνία αφορούσε στην κατασκευή κοφίνων για τη συλλογή και μεταφορά διάφορων γεωργικών προϊόντων, ενώ άλλα καλάθια χρησίμευαν για τα ψώνια, άλλα ως πανέρια για τη μπουγάδα ή ως καλάθια για τους ψαράδες. Οι «κοκκούρες» ήταν τα στενά καλάθια για μεταφορά των «βερκών», οι «τυροκανιές» προορίζονταν για την προφύλαξη των τυριών, οι «τσέστοι» χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο του φιδέ και του τραχανά, τη φύλαξη φλαούνων και την τοποθέτηση των κουλουριών και των ζυμαρικών,  και οι καλαμωτές ήταν πλεκτά καλαμένια στεγάσματα. Μεγάλη ήταν η ζήτηση για χιλιάδες καλάθια από τους αγρότες στα Κοκκινοχώρια, αλλά και στην υπόλοιπη Κύπρο για τη συγκομιδή της πατάτας, του χαρουπιού, του σταφυλιού και πολλών άλλων.

Τα πρώτα είδη καλαθοπλεκτικής κατασκευάζονταν από άντρες, αλλά σταδιακά και λόγω αλλαγής επαγγελματικής απασχόλησης, η πρακτική αυτή πέρασε στα χέρια των γυναικών, εξασφαλίζοντας διπλό εισόδημα για την οικογένεια.

Η εργασία γινόταν στις αυλές των σπιτιών, κάτω από σκιές των δέντρων ή πρόχειρων στεγασμάτων, αλλά όπως κάθε τέτοιου είδους απασχόληση, έτσι και η καλαθοπλεκτική έπαιρνε και κοινωνικές προεκτάσεις. Οι γυναίκες ανέπτυσσαν διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ τους, κουτσομπόλευαν, μάθαιναν τα νέα του χωριού, μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες τους, τραγουδούσαν και γενικότερα κοινωνικοποιούνταν. Μετά το τέλος της εργασίας τους και κατά τη διάρκεια της καύσης των φύλλων που περίσσευαν, έψηναν παστά σύκα και τα έτρωγαν ως γλυκό. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως στη Μεσόγη, οι ντόπιες, ξεσπούσαν σε δίστιχο τραγούδι που μοιρολογούσε τη δυστυχία της μοναξιάς τους, όταν οι άντρες του σπιτιού δούλευαν σε λατομεία ή έλειπαν στην ξενιτιά.

Μια παραδοσιακή κυπριακή πρακτική που συνδυάζει την τέχνη και τη λειτουργικότητα, σήμερα η καλαθοπλεκτική δεν έχει την τεράστια ζήτηση του παρελθόντος, αφού έχει αντικατασταθεί από πλαστικά κουτιά και κιβώτια. Πλέον τα είδη της κατασκευάζονται κυρίως ως διακοσμητικά για μεγάλα ξενοδοχεία ή ως σουβενίρ για τους τουρίστες.